RSS Feed

Λωξάντρα, «Η κυρά κι αρχόντισσα της Πόλης»

Από την Δέσποινα Γαβριηλίδου, Φιλόλογο Α.Π.Θ.

Γνήσια, λαϊκή, πληθωρική, δοτική, δυναμική… είναι μερικά από τα επίθετα, που χαρακτηρίζουν την Κωνσταντινοπολίτισσα γιαγιά, η οποία είναι η «αρχηγός» μιας πολυμελούς μικροαστικής οικογένειας της Πόλης στα τέλη του 19ου – αρχές 20ου αι.

Είναι μια γυναίκα, η οποία ξέρει να γεύεται τη ζωή  και να της χαρίζει νοστιμιά με τα φαγητά της. Έτσι, μας εισάγει σ’ έναν «γαστρονομικό κόσμο», πλημμυρισμένο από μυρωδιές και μας μυεί στην «τέχνη του τραπεζιού».

298070-LOXANTRA NEO EPETEIAKO

“Μουχαλεμπί και γκιουλ σερμπέτ ο αναστεναγμός σου

  και του Χατζή Μπεκίρ λουκούμ ο τρυφερός λαιμός σου.

  Ο κάθε λόγος σου, σαν ραβανί αφράτος

     και σαν  Αιβάν-Σεράι λοκμάς με μέλι μυρωδάτος ”

 

 

 

Η Λωξάντρα, έζησε στα μέσα του 19ου αι. στη Παλιά Πόλη, όπου η ζωή κυλούσε πολύ γρήγορα…“ γιαβάς- γιαβάς“, αλλά ως ηρωίδα γεννήθηκε το 1963, όταν η Μαρία Ιορδανίδου, η εγγονή της, αποφάσισε να κάνει τη ζωή της γιαγιάς της σε βιβλίο.

Παρακολουθούμε, λοιπόν, σαν ταινία τον  “βίο και την πολιτεία” της Λωξάντρας. Η ιστορία της ξεκινάει από τα χρόνια της νιότης της, στο Μακροχώρι, που βρίσκεται στην Παλιά Πόλη, συνεχίζει με το γάμο της και τη μετακόμιση στο Πέραν όπου «οι δρόμοι ως το πρωί είναι γεμάτοι κόσμο. Εδώ ούτε η νύχτα είναι νύχτα, ούτε η μέρα μέρα», κινείται στις νέες πλούσιες γειτονιές της Πόλης, μιλώντας για τα Ταύταλα «όπου δεν πατούσε το πόδι του, Τούρκος  και είχε πληθυσμό αμιγή ελληνικό» και φτάνει στον ερχομό της στην Αθήνα για περίπου μια 10ετία τελειώνoντας με την επιστροφή της στην Πόλη.

Γύρω της υπάρχουν, πολλά πρόσωπα: συγγενείς, φίλοι, γείτονες, η Παναγία η Μπαλουκλιώτισσα, παραπαίδια, λαϊκοί Τούρκοι, χανούμισσες, ο πασάς της γειτονιάς και συμβαίνουν πολλά σημαντικά ιστορικά γεγονότα, στα οποία θ’ αναφερθούμε παρακάτω. Ωστόσο, παρά το πλήθος των ανθρώπων, το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται σ’ εκείνη, η οποία είναι μια δυναμική προσωπικότητα, έτοιμη να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες της ζωής με τη σοφία, το ένστικτο άλλα και την ωριμότητα της ηλικίας της. Μια γυναίκα, η οποία υμνεί τη ζωή και γίνεται πανανθρώπινο σύμβολο του ελληνισμού της Πόλης. Για κείνη δεν υπάρχουν « εθνικά ταμπελάκια»… έτσι, είναι φίλη με όλους τους Τούρκους της Πόλης, τους Κούρδους, τους Αρμένιους. Προσπαθεί να ανατρέψει τη γενική εικόνα του κακού Τούρκου εντύπωση που είχε και η ίδια, αφού για κείνη οι Τούρκοι ήταν μια «θεομηνία», αλλά την ξεχνούσε, όταν ήταν να ψήσει καφέ στο νυχτοφύλακα, τον Αλή ή στον Μουσταφά, τον αυγουλά της,  λέγοντας χαρακτηριστικά: « τι  είχε να μοιράσει η Λωξάντρα με τον φουκαρά τον αυγουλά και με τον έρημο το μπεχτή;»

Όπως είπαμε παραπάνω, μεγάλο μέρος των γεγονότων εξελίσσονται στην Πόλη, την εποχή του τελευταίου σουλτάνου, του «αδικιωρισμένου» Αβδούλ Χαμίτ Β’. Η Λωξάντρα, λοιπόν , μας ξεναγεί στο στενό μικροαστικό περιβάλλον των ρωμιομαχαλάδων, όπου οι Ρωμιοί προκόβουν κυρίως στις χειρωνακτικές εργασίες, χωρίς να έχουν τη διάθεση να καταλάβουν πολιτικά αξιώματα στην οθωμανική κοινωνία.

Διαβάζοντας τη «Λωξάντρα», σίγουρα δε μας περνά απ’ το μυαλό ότι οι πρωταγωνιστές της, έζησαν στην πιο άγρια και απάνθρωπη περίοδο τρομοκρατίας που γνώρισε η οθωμανική αυτοκρατορία. Αναφορικά, συμβαίνουν πολλά ιστορικά γεγονότα, τα οποία παρουσιάζονται πολύ επιφανειακά και βοηθούν μόνο στην τοποθέτηση της μυθοπλασίας μέσα στον ιστορικό χρόνο: η υπογραφή της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου(1878), η οποία σηματοδοτεί τη λήξη του Ρωσό-τουρκικού πολέμου, ο πόλεμος του 1897, η Σφαγή των Αρμενίων, οι ταραχές των αρχών του 20αί. στην Αθήνα, η εκλογική νίκη του Δηλιγιάννη και η δολοφονία του, η επανάσταση στο Γουδί είναι τα σημαντικότερα γεγονότα της εποχής.

Το μοναδικό περιστατικό, το οποίο περιγράφεται «κάπως εκτενώς» είναι η πρώτη σφαγή των Αρμενίων στην Πόλη, που οργάνωσε ο Χαμίτ, το 1896, μαζί με τους Νεότουρκους. Τότε, η Λωξάντρα κρύβεται στο υπόγειο του σπιτιού της και παρακολουθεί από εκεί τον διωγμό των γειτόνων της, χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί. Εκεί, φαίνεται να χάνει κάπως τη δυναμικότητά της.

Η Μαρία Ιορδανίδου, όταν έγραψε τη Λωξάντρα, σε ηλικία 65 ετών, ήταν κατασταλαγμένη στις πολιτικές της απόψεις και αρκετά προσεκτική στον τρόπο έκφρασής της. Ας μη ξεχνάμε πως μιλάμε για δύο διαφορετικές εποχές. Η συγγραφέας απέδωσε με τον καλύτερο τρόπο το τότε παρόν της γιαγιάς της, χωρίς διάφορες παρεμβολές του δικού της παρόντος. Κατάφερε να κρατήσει απόσταση από τα Σεπτεμβριανά και το ηλεκτρισμένο ελληνό -τουρκικό κλίμα της δεκαετίας του 60.

Γι’ αυτό, λοιπόν το λόγο, η ματιά της Ιορδανίδου μπορεί να χαρακτηριστεί ως ψύχραιμη, αφού δεν υπάρχει δραματοποίηση των γεγονότων. Η αφήγηση είναι απλή, λιτή, απέριττη, ενώ τα πρόσωπα ζωντανεύουν μέσα από τους διαλόγους, όπου χρησιμοποιούνται παράλληλα και οι δύο γλώσσες: ελληνική και τούρκικη. Μέσα από την χρήση των δύο γλωσσών παρατηρούμε πως η καθημερινή συνύπαρξη των δύο λαών δε σκιάζεται από τις γλωσσικές αλλά και τις θρησκευτικές διαφορές.

Η Λωξάντρα, λοιπόν μας μεταφέρει με τον καλύτερο τρόπο στην Πόλη: μας μαθαίνει συνταγές, μας μυεί στις ανατολίτικες γεύσεις και μυρωδιές, μας βάζει ν’ ακούσουμε τους μαγικούς ήχους της Πόλης, μας προσκαλεί να κάτσουμε στο οικογενειακό τραπέζι της»

Και το σημαντικότερο απ’ όλα, μας θυμίζει έναν τρόπο ζωής που ξεχάσαμε και σίγουρα μας λείπει, αυτό της ενωμένης οικογένειας, η οποία αρκείται και με τα λίγα. Άλλωστε, το λέει και η ίδια: «Ο πλούσιος είναι ο εν τω ολίγω αναπαυόμενος!»    

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: