RSS Feed

Category Archives: ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΑ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

του Νίκου Βλάχου, Φιλόλογου Α.Π.Θ.

§ Ι. ΒΟΥΡΤΣΗΣ, Ε. ΜΑΝΑΚΙΔΟΥ, Γ. ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, Κ. ΣΜΠΟΝΙΑΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, ΤΟΜΟΣ Α, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, ΠΑΤΡΑ, 1999.

§ ΙΩ. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΚΑΤΣΙΑΜΠΟΥΡΑ, Α. ΚΟΥΚΟΥΖΕΛΗ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ, ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ, ΠΑΤΡΑ, 2000.

§ Μ.Ζ. Κοπιδάκης (επιμ.), Ιστορία της ελληνικής γλώσσας, Αθήνα 1999.

§ Ν. Χαριλάου, Ο Νεόφυτος Δούκας και η συμβολή του στο νεοελληνικό Διαφωτισμό, Αθήνα 2002.

§ Α.- Φ. Χριστίδης (επιμ.), Ιστορία της ελληνικής γλώσσας: από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα,

Ινδοϊρανική, κλάδος της Ινδοευρωπαϊκής Οικογένειας

Από την Ασπασία Μπέρμπερη, Φιλόλογο του Α.Π.Θ.

Ο ινδοϊρανικός κλάδος αποτελείται από δύο γλώσσες την ινδική και την ιρανική, οι οποίες συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ο ινδοϊρανικός κλάδος καταλαμβάνει το ανατολικότερο άκρο του διαλεκτικού αυτού χώρου.

α. Ινδική.

Στην Ινδία η γλώσσα που χρησιμοποιούσαν ονομάζεται σανσκριτική. Η σανσκριτική χρησιμοποιήθηκε στην λογοτεχνία κατά την αρχαιότητα. Σήμερα η σανσκριτική εξακολουθεί να γράφεται και να μιλιέται σε κύκλους λογίων, όμως δεν αποτελεί την γλώσσα του απλού λαού. Η λέξη «σανσκριτική» σημαίνει «πεποιημένος, καλλιεργημένος, επιτηδευμένος» και αναφέρεται στην λογοτεχνική γλώσσα και στην γλώσσα των λόγιων και ιερών κειμένων. Μπορούμε να διακρίνουμε τρεις περιόδους της σανσκριτικής:την αρχαία,την κλασσική και την σύγχρονη.

Δείγματα αρχαίας σανσκριτικής αποτελούν οι βέδες (veda- ‘γνώση’),που αποτελούν τα αρχαιότερα κείμενα του ινδουισμού. Οι βέδες είναι τέσσερις στον αριθμό, όπου η σημαντικότερη και παλαιότερη από της βέδες είναι η Ringveda, που είναι μια συλλογή θρησκευτικών ύμνων σε ποιητική μορφή. Η σύνθεσή της χρονολογείται το1500-1200 π.Χ., όμως μας παραδόθηκε σε γραπτή μορφή δυο χιλιετίες αργότερα σε δέκα βιβλία από τον γερμανό ινδολόγο Friedrich Max Müller μεταξύ του1849 και 1875. Οι υπόλοιπες βέδες είναι οι Atharvaaveda, Yajurveda και Sāmaveda. Οι βέδες έγιναν αφετηρία για την συγγραφή και άλλων κειμένων, όπως είναι τα κείμενα Brāhmanas, που είναι υπομνήματα και σχόλια για τις βέδες σε πεζό λόγο, και η Sūtras(συρραφές), που είναι ερμηνεία του τελετουργικού των βεδών.

Η κλασική σανσκριτική εκπροσωπείται από τα μεγάλα επικά έργα της Ινδίας και από μια γραμματική, η οποία συντάχθηκε τον 4οαι. π.Χ. Τα μεγάλα επικά δημιουργήματα της Ινδίας είναι η Mahābhārata (περίπου 100.000 στίχοι), που περιλαμβάνει το θεολογικό και φιλοσοφικό ποίημα Bhagavadgītā, και η Rāmāyana. Επίσης,το 4ο αι. ο Pānini συνέταξε μια γραμματική όπου περιγράφει την κλασική σανσκριτική. Τέλος έχουμε και άλλα λογοτεχνικά είδη όπως λυρική ποίηση, δραμα, επιστημονικές πραγματείες,επιγραφές από την εποχή του βουδιστή αυτοκράτορα Aśoka (250 π.Χ).

Στην σύγχρονη Ινδία συναντούμε ένα πλήθος γλωσσών και διαλέκτων που άρχισαν να σχηματίζονται τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες, όταν εμφανίστηκε η πρακριτική, η καθομιλουμένη γλώσσα. Η πρακριτική θα συνυπάρξει για μεγάλο χρονικό διάστημα με την κλασική σανσκριτική, όπου σιγά σιγά θα αρχίσει να χρησιμοποιείται ως λογοτεχνική γλώσσα. Η πρακριτική αποτελείται από μια ποικιλία γλωσσών όπως η Pāli που είναι η γλώσσα που βουδισμού στις νότιες περιοχές της χώρας, η χιντι (Hindī) που είναι η επίσημη γλώσσα της Ινδίας καθώς επίσης και η βεγκαλική (Bengālī), γκουτζαράτι (Gujarātī), μαράτι (Marāṭhī) και άλλες. Στο Πακιστάν μιλιέται η γλώσσα ουρντού (Urdū),η οποία είναι ένα μείγμα πρακριτικής με πολλά αραβικά στοιχεία. Επίσης, από την κεντρική Ινδία προέρχεται και η γλώσσα των Τσιγγάνων, η ρομανί. Τέλος, στο νότιο τμήμα της Ινδίας μιλιούνται γλώσσες, οι οποίες ανήκουν στην δραβιδική γλωσσική οικογένεια όπως η τελουγκού (Telugu), η ταμίλ (Tamil),η γκαναρά (Ganara),μαλαγιάλα (Malayalam) και άλλες. Οι γλώσσες αυτές περιέχουν πολλά σανσκριτικά δάνεια.

Τα συστήματα γραφής που χρησιμοποιήθηκαν στην Ινδία ήταν κυρίως σημιτικής προέλευσης. Το πιο σημαντικό είναι το σύστημα Brāhmī, από το οποίο προήλθε η γραφή Devanāgarī, η οποία αποτελείται από 48σύμβολα. Είναι ένα κράμα αλφαβητικής και συλλαβικής γραφής. Η φορά της γραφής είναι από τα αριστερά προς τα δεξιά.

β.Ιρανική

Η ιρανική είναι η δεύτερη ομάδα που ανήκει στον ινδοϊρανικό κλάδο. Η ιρανική χωρίζεται και αυτή με την σειρά της σε δυο υποομάδες, την αβεστική, που είναι γραμμένη σε μια ιδιαίτερη ντόπια αριστερόστροφη γραφή, και την αρχαία περσική, που είναι γραμμένη σε σφηνοειδή γραφή. Εκτός, όμως , από την αβεστική και την περσική, που αποτελούν τις κυριότερες υποομάδες τις ιρανικής, συναντάμε την μυδική και την σκυθική, που μαρτυρούνται από κάποια κύρια ονόματα και γλώσσες που διασώζονται σε άλλες γλώσσες. Η ιρανική χωρίζεται σε αρχαία, μεσαιωνική και σύγχρονη ιρανική.

Η αρχαία ιρανική περιλαμβάνει δύο ομάδες,την αβεστική και την περσική. Η αβεστική αντιπροσωπεύεται από την Αβέστα, που είναι το ιερό βιβλίο του Ζωροαστρισμού και έχει γραφτεί από τον Ζαρατούστρα,θρησκευτικό μεταρρυθμιστή και προφήτη. Η Αβέστα περιέχει τις Γκάθες, οι οποίες είναι ύμνοι προς τον θεό Αχούρα Μάζδα. Χρονολογούνται τον 10ο π.Χ αι.. Επίσης, σε αβεστική είναι γραμμένοι ορισμένοι από τους σημαντικότερους ύμνους καθώς και ένα πεζό κείμενο τελετουργικού χαρακτήρα, το Yasna Haptaŋhāiti. Σε νέα αβεστική είναι γραμμένα τα κείμενα της επόμενης περιόδου, με γνωστότερα τα κείμενα Yasht και Vidēvdāt. Σε αρχαία περσική είναι μια σειρά επιγραφών από την περίοδο των Αχαιμενιδών (6ος-4οςαι. π.Χ.), οι περισσότερες από αυτές ανήκουν στην εποχή του Δαρείου (521-486π.Χ.). Η πιο σημαντική είναι η τρίγλωσση (στα πεσρικά, στην ελαμιτική και στην ακκαδική) επιγραφή που βρέθηκε στους βράχους του Μπεχιστούν (Bīsotūn) κοντά στα Εκβάτανα. Η επιγραφή, που είναι η εκτενέστερη στον κόσμο, αναφέρει πως ο Δαρείος ανήλθε στην εξουσία (την συγκεκριμένη επιγραφή αναφέρει και ο Ηρόδοτος).

Κατά την μεσαιωνική ιρανική εμφανίστηκαν πολλές διάλεκτοι, όπως η παρθική στην δυτική Περσία, ενώ στις ανατολικές περιοχές έχουμε τη χοτανική, τη σογδιανική, τη βακτριανική και τη χορεσμική. Η σημαντικότερη διάλεκτος της περιόδου αυτής είναι η παχλαβί, που εκτείνεται από την περίοδο 300 π.Χ.-900 μ.Χ.. Κατά την σύγχρονη ιρανική εμφανίστηκαν πολλές γλώσσες με πιο σημαντικές την περσική (φάρσι), τη γλώσσα πάστο (Pashto) στο Αφγανισταν, την βαλουχική, την κουρδική και την οσετική.

Επίλογος στην Γλωσσολογική Αναδρομή

από το Νίκο Βλάχο, Φιλόλογο Α.Π.Θ.
Η ελληνική γλώσσα μέσα στη μακραίωνη ιστορία της πέρασε από πολλά σημαντικά στάδια εξέλιξης και η φυσιογνωμία της υπέστη τεράστιες μεταβολές μέσα στο διάβα του χρόνου. Μία από τις σημαντικότερες, αναμφίβολα, περιόδους της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας είναι η ελληνιστική. Μετά τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου, τα Ελληνικά εξαπλώνονται σε μία τεράστια έκταση και μιλιούνται από ένα εθνικά, πολιτισμικά και γλωσσικά ανομοιογενές πλήθος ανθρώπων. Κάτω από αυτές τις συνθήκες η γλώσσα υφίσταται καθοριστικές μεταβολές, οι οποίες αλλοιώνουν βασικά σημεία του χαρακτήρα της. Διαφοροποιείται, καθώς ομιλείται από τόπο σε τόπο και απλοποιείται, ώστε να γίνει προσιτή σε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Οι μεταβολές αυτές ανοίγουν το δρόμο για τη διαμόρφωση της Μεσαιωνικής και της Νεοελληνικής γλώσσας.
Σε αυτές τις γλωσσικές εξελίξεις έρχεται να προβάλει αντίσταση ένα κίνημα αρχαϊστών λογίων, το λεγόμενο κίνημα του αττικισμού. Οι αττικιστές είναι προσκολλημένοι στην «καθαρή» αττική διάλεκτο του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ. και αρνούνται να συμβιβαστούν με την απλοποιημένη μορφή της ελληνιστικής Κοινής. Το κίνημα αυτό θέτει για πρώτη φορά το ζήτημα του διαχωρισμού ανάμεσα στη γραπτή επίσημη γλώσσα των μορφωμένων και στην προφορική, ζωντανή γλώσσα του λαού.
Η διγλωσσία αυτή, που εισήχθη πρώτη φορά από τους αττικιστές, θα ταλαιπωρήσει το Ελληνικό γένος για πολλούς αιώνες μετά και θα ανοίξει το δρόμο για την μετέπειτα γλωσσική διαμάχη μεταξύ αρχαϊστών και δημοτικιστών κατά το 18ο αιώνα. Τον αιώνα αυτό ο αναγεννημένος Ελληνισμός αναζητεί την πολιτιστική και εθνική του ταυτότητα που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τη μορφή της εθνικής γλώσσας. Οι λόγιοι εκπρόσωποι του νεοελληνικού διαφωτισμού στην προσπάθεια τους να μορφώσουν το λαό και να καταπολεμήσουν το σκοταδισμό και την αμάθεια, αναζητούν το γλωσσικό εργαλείο που θα αποτελέσει το φορέα της εθνικής παιδείας. Σε αυτήν την εποχή τοποθετούνται οι απαρχές του γλωσσικού ζητήματος που, ενώ αρχικά ξεκινά από πολιτιστική και πνευματική βάση, γρήγορα θα λάβει κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις και θα ταλανίσει την Νεοελληνική κοινωνία μέχρι και τις τελευταίες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Η γλωσσική διαμάχη κατά το 18ο αιώνα: οι απαρχές του Γλωσσικού Ζητήματος

του Νίκου Βλάχου, Φιλόλογου Α.Π.Θ.

ΤΡΙΤΗ ΕΝΟΤΗΤΑ

O Φαναριώτης Δημήτριος Καταρτζής, θιασώτης της φυσικής, καθομιλούμενης νέας ελληνικής, σε μία επιστολή του προς τον δάσκαλο της Ακαδημίας του Βουκουρεστίου Λάμπρο Φωτιάδη, αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «κανένας άλλος δεν έχ’ εξουσία να δώσει σε μια λέξι το πάθος οπού δεν έχει σ’ αυτή το στόμα του λαού (…)». Η επιστολή χρονολογείται το 1789. Ο Δημήτριος Καταρτζής θεωρούσε ότι το καταλληλότερο γλωσσικό όργανο μίας ορθολογιστικής εθνικής παιδείας ήταν η φυσική, καθομιλουμένη γλώσσα. Πίστευε ότι η ζωντανή γλώσσα του λαού ήταν η εθνική γλώσσα των Ελλήνων και θεωρούσε λάθος το να παραμεριστεί χάριν μίας άλλης, την οποία μάλιστα κανείς δεν μιλούσε. Αυτή η σύγχρονη μορφή της ελληνικής γλώσσας έπρεπε, κατά τον Καταρτζή, να διαμορφωθεί με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποτελέσει το γλωσσικό εργαλείο της εκπαίδευσης και να φέρει το βάρος της εθνικής παιδείας. Η αρχαία γλώσσα, από την άλλη πλευρά, μπορούσε να δώσει, σύμφωνα με τον Καταρτζή, κάποια παραδείγματα στην καθομιλουμένη και να την εμπλουτίσει, όχι, όμως, να κυριαρχήσει και να εκτοπίσει τη ζωντανή γλώσσα του λαού.
Μάλιστα ο Καταρτζής προχωρεί ένα βήμα πιο πέρα και, σε μία εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι λόγιοι έγραφαν στην αρχαΐζουσα, προκαλεί προτείνοντας το 1783 έναν νέο νόμο : «το να μετρούμε δική μας κυρίως τη γλώσσα ’που λαλούμε όλοι και το να την γράφουμε καθώς τη λαλούμε» ( Τα Ευρισκόμενα 1786/1787). Προτείνει, επίσης, να γράφονται και τα επιστημονικά και λογοτεχνικά κείμενα σε αυτήν τη φυσική, καθομιλουμένη γλώσσα που μιλιόταν και γινόταν άμεσα κατανοητή από την πλειοψηφία του λαού. Τη γλώσσα αυτή την ονομάζει Ρωμαίκια , γιατί θεωρεί ότι είναι η φυσική γλώσσα των «Ρωμαίων», των απογόνων των Βυζαντινών και την αντιδιαστέλλει με την Ελληνική που ήταν συνδεδεμένη με τους αρχαίους Έλληνες. Αναφέρει χαρακτηριστικά στα Ευρισκόμενα (1786): «να συγγράφωμεν ὅλοι κοινῶς Ρωμαΐστί και όχι ἑλληνιστί τας ἐπιστήμας και ἐλευθερίους ή βαναύσους τέχνας». Αυτή η διάκριση που έκανε ο Καταρτζής ανάμεσα στα Ρωμαίικα και τα Ελληνικά, όπως ήταν φυσικό, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, με αποτέλεσμα να αναθεωρήσει αργότερα κάποιες από τις απόψεις του και να οδηγηθεί σε μία διγλωσσία. Από τη μία πλευρά, δηλαδή, υπερασπιζόταν με ορθολογιστικά επιχειρήματα τη φυσική, καθομιλουμένη γλώσσα και από την άλλη πλευρά, πρότεινε μία διορθωμένη μορφή της σύγχρονης γλώσσας, την οποία αποκαλούσε αιρετή.
Οι εκπρόσωποι της τάσης αυτής υπέρ της καθομιλουμένης, όπως ο Δημήτριος Καταρτζής, χαρακτηρίζονταν από τους αντιπάλους τους ως «χυδαϊστές», επειδή, σύμφωνα με τους εχθρούς τους, υπερασπίζονταν μία «χυδαία» γλώσσα. Έχουμε, λοιπόν, δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα που διαμορφώνονται κατά τον 18ο αιώνα με αφορμή το θέμα της «εθνικής γλώσσας». Η γλωσσική αυτή διαμάχη έμεινε γνωστή ως «γλωσσικό ζήτημα» και ταλάνισε την ελληνική κοινωνία έως τις μέρες μας.
Οι απαρχές του γλωσσικού ζητήματος στη νεότερη εποχή τοποθετούνται στα μέσα του 18ου αιώνα, όταν ο Ελληνισμός αναζητεί την εθνική και πολιτιστική του ταυτότητα του μέσα σε ένα Ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου δημιουργούνται τα εθνικά κράτη και οι εθνικές γλώσσες κυριαρχούν έναντι των λατινικών που εγκαταλείπονται. Οι Έλληνες λόγιοι και οι δάσκαλοι του γένους επηρεασμένοι από τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό επιχειρούν να αφυπνίσουν το λαό, να τον μορφώσουν, να καταπολεμήσουν την αμάθεια και το σκοταδισμό και να διαδώσουν τη γνώση. Έτσι ο προβληματισμός γύρω από τη γλώσσα γίνεται εντονότερος. Επομένως πρόκειται κυρίως για μία διαμάχη σχετικά με ένα ζήτημα που αφορά την παιδεία και τον πολιτισμό, σύντομα, όμως, θα λάβει κοινωνικές και πολιτικές προεκτάσεις.
Η γλωσσική διαμάχη κατά το 18ο αιώνα έγκειται κυρίως στο ζήτημα της μορφής της γλώσσας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί στην εκπαίδευση, άρα να αποτελέσει και την εθνική γλώσσα του αναγεννημένου ελληνικού έθνους. Από τη μία πλευρά, λοιπόν, έχουμε την καθομιλουμένη, ζωντανή γλώσσα που μιλιόταν από το λαό εκείνη τη στιγμή και από την άλλη πλευρά, θα έπρεπε να προσδιοριστεί μία τεχνητή γλώσσα που να βασίζεται στα αρχαία ελληνικά και η οποία θα έπρεπε να καθιερωθεί, να διαμορφωθεί και να διδαχτεί. Πιο συγκεκριμένα, από τη μία, έχουμε τους οπαδούς της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, που θεωρούσαν ότι με τη χρήση αυτής της γλώσσας θα προσεγγίσει ο αναγεννημένος ελληνισμός το κλασικό πνεύμα, θα συνδεθεί με το ένδοξο παρελθόν του και θα απαλλαγεί από τη βαρβαρότητα και την αμάθεια της εποχής του. Από την άλλη, οι οπαδοί της καθομιλουμένης που πιστεύουν ότι έτσι, με τη φυσική, ζωντανή γλώσσα που χρησιμοποιεί και καταλαβαίνει ο λαός, θα προσεγγιστεί καλύτερα και με μεγαλύτερη ευκολία η γνώση.
Οι αρχαϊστές περιφρονούν την καθομιλουμένη, καθώς την θεωρούν «χυδαία» , φτωχή σε έννοιες και σημασίες, προφορική, αδιαμόρφωτη γραμματικά και απλοϊκή. Πιστεύουν πώς η γλώσσα αυτή δεν διαθέτει σημασιολογικές και εκφραστικές δυνατότητες, ώστε να μπορεί να εκφράσει με σαφήνεια τις υψηλές και σύνθετες ιδέες αλλά και τους σύγχρονους επιστημονικούς όρους του Ευρωπαϊκού διαφωτισμού. Παράλληλα, θεωρούν ότι είναι γεμάτη από ιδιωματικές λέξεις και φράσεις καθώς και από πολλές ξένες λέξεις, κυρίως Τούρκικες.
Οι «χυδαϊστές», από την άλλη, θεωρούν πως η γλώσσα της παιδείας, της λογοτεχνίας και των επιστημών πρέπει να είναι η κοινή καθομιλουμένη. Πιστεύουν πώς η γλώσσα αυτή πρέπει να αναδειχτεί και να καλλιεργηθεί, καθώς είναι ο γλωσσικός κώδικας που χρησιμοποιεί ο λαός στη καθημερινή του επικοινωνία και αποτελεί ένα γλωσσικό εργαλείο ζωντανό και εξελισσόμενο.
Βεβαίως, πρέπει να σημειωθεί ότι οι περισσότεροι λόγιοι εκείνη την εποχή ακολουθώντας την παράδοση των Βυζαντινών συγγραφέων, οι οποίοι ήταν σκληροπυρηνικοί και άκαμπτοι αρχαϊστές, γράφουν και αυτοί σε γλώσσα αρχαΐζουσα . Η ομιλούμενη δημοτική χρησιμοποιείται κυρίως σε λαϊκά αναγνώσματα, σε διδαχές και σε κηρύγματα. Στο γραπτό λόγο κυριαρχεί η αρχαΐζουσα.
Ανάμεσα στις δύο αυτές αντιτιθέμενες απόψεις βρίσκεται η θέση του Αδαμάντιου Κοραή. Ο Κοραής προτείνει μία «μέση οδό», να χρησιμοποιηθεί, δηλαδή, η κοινή καθομιλουμένη, αφού όμως πρώτα υποστεί έναν καθαρισμό, έναν «καλλωπισμό», «κτενισμό» και «στολισμό». Η γλώσσα του λαού έπρεπε, σύμφωνα με τον Κοραή, να καθαριστεί από ξένες λέξεις και εκφράσεις του αμόρφωτου λαού, να διαμορφωθεί με κανόνες και να εμπλουτιστεί με στοιχεία αντλημένα από την αρχαία ελληνική παράδοση. Ο Κοραής διαφωνούσε με την άποψη περί επιστροφής στη γλώσσα της κλασικής αρχαιότητας, καθώς θεωρούσε πως κάτι τέτοιο θα ήταν αδύνατο και καταστρεπτικό για τη χώρα. Πρωταρχικός στόχος του Κοραή ήταν η διατήρηση της μητρικής λαϊκής γλώσσας. Αυτή τη μορφή της γλώσσας έπρεπε, κατά τον Κοραή, να την καλλιεργήσουν οι Έλληνες και να την εξελίξουν προσλαμβάνοντας στοιχεία από την αρχαία. Όσον αφορά τα αρχαία Ελληνικά, πίστευε ότι πρέπει να διδάσκονται με νέες, καταλληλότερες μεθόδους, ώστε να αποτελέσουν μέσο προσέγγισης των μεγάλων αξιών της κλασικής αρχαιότητας.
Η τάση αυτή του καθαρισμού της γλώσσας θα επικρατήσει τον 19ο αιώνα. Ο καθαρισμός αυτός θα συντελεστεί κυρίως στο επίπεδο της μορφολογίας . Αρχαϊκότεροι τύποι παίρνουν τη θέση λαϊκών λέξεων, ( π.χ. το μάτι γίνεται ομμάτιον, το ψάρι γίνεται οψάριον, το μπορείς γίνεται εμπορείς, το βγήκαν γίνεται εκβήκαν.)
Τελικά το ανεξάρτητο νεοελληνικό κράτος καθιέρωσε την Κοραϊκή καθαρεύουσα ως επίσημη γλώσσα της διοίκησης, της εκπαίδευσης και της δικαιοσύνης.

Παρουσίαση ινδοευρωπαϊκών γλωσσών

Από την Ασπασία Μπέρμπερη, Φιλόλογο Α.Π.Θ.

Η ανακάλυψη της θαλάσσιας οδού προς την Ινδία το 1498 από τον Βάσκο ντα Γκάμα υπήρξε καταλυτικός παράγοντας για την ανάπτυξη της ινδοευρωπαϊκής θεωρίας. Σύντομα οι Ευρωπαίοι άρχισαν να εγκαθίστανται στην Ινδία και εκεί ήρθαν σε επαφή με την ιερή γλώσσα της Ινδίας, την σανσκριτική. Η μελέτη της σανσκριτικής σύντομα τους οδήγησε στην παρατήρηση ότι μεμονωμένες λέξεις της σανσκριτικής μοιάζουν με λέξεις ευρωπαϊκών γλωσσών. Ο Sir William Jones, που ήταν αρχιδικαστής της Καλκούτας και ιδρυτής της Ασιατικής Εταιρείας, το 1786 ήταν ο πρώτος που μίλησε επίσημα για στενές σχέσεις της σανσκριτικής με τις ευρωπαϊκές γλώσσες. Στην ομιλία του στην Εταιρεία αναφέρει τα εξής: « Η σανσκριτική γλώσσα, όποια και να είναι η ηλικία της, έχει υπέροχη δομή∙ είναι τελειότερη από την αρχαία ελληνική, πλουσιότερη από την λατινική και πιο εκλεπτυσμένη από αυτές, ενώ ταυτόχρονα η συγγένεια που παρουσιάζει και με τις δύο, τόσο στις ρίζες των ρημάτων όσο και στους γραμματικούς τύπους, είναι τόσο στενή, που δεν θα μπορούσε να αποδοθεί σε τυχαίο γεγονός∙τόσο στενή, μάλιστα, που κανείς φιλόλογος δεν θα μπορούσε να μελετήσει και τις τρεις γλώσσες χωρίς να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι έχουν αναβλύσει από μία κοινή πηγή, που ίσως δεν υπάρχει πια.» (R.S.P. Beeks, «Εισαγωγή στη συγκριτική ινδοευρπαϊκή γλωσσολογία»,μτφ Γ. Παπαναστασίου-Σ. Τσολακίδης, Θεσσαλονίκη, Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2004).

Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εκτείνονται σε μια γεωγραφική περιοχή από την Ινδία μέχρι την Ευρώπη. Οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες καταλαμβάνουν μια ευρύτερη περιοχή, καλύπτοντας όλη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο και εκτεινόμενες στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολίας, στο Ιράν μέχρι την Ινδία και το κινεζικό Τουρκενστάν. Ο όρος «ινδοευρωπαϊκός» (Indo-European) χρησιμοποιήθηκε πρώτη φορά το 1813 από τον άγγλο φυσιογνώστη και αιγυπτιολόγο Thomas Young σε μια συζήτηση για το βιβλίο Mithridates του Adelung.

Η παρουσίαση των ινδοευρωπαϊκών γλωσσών θα γίνει ανάλογα με την σπουδαιότητα της κάθε γλώσσας στην αποκατάσταση της πρωτοϊνδοευρωπαϊκής ή ΠΙΕ. Έτσι έχουμε τiς εξής γλώσσες: 1. ινδοϊρανική, 2. ελληνική, 3. ιταλικές γλώσσες, 4. γλώσσες της Ανατολίας, 5. βαλτοσλαβική, 6. κελτική, 7. τευτονική, 8, τοχαρική, 9. αρμενική,10. αλβανική. Εκτός, όμως, από τις παραπάνω γλώσσες στο ευρωπαϊκό χώρο εμφανίζονται άλλες γλώσσες, οι οποίες δεν μας έχουν δώσει ολοκληρωμένα κείμενα εκτός από κάποια τοπωνύμια και κύρια ονόματα. Τέτοιες γλώσσες είναι οι φρυγική,μεσσαπική, θρακική, βενετική, ιλλυρική.

Το κίνημα του αττικισμού

Από το Νίκο Βλάχο, Φιλόλογο Α.Π.Θ.

Στο αέτωμα επιτύμβιου μνημείου από την Αθήνα, το οποίο χρονολογείται μεταξύ 5ου και 6ου αι. μ.Χ., βρέθηκε η εξής επιγραφή : ὁ Χριστός ἐνίκησεν. Ἀμήν γένοιτο. Παρατηρούμε ότι το «ἀμήν», που είναι μία Εβραϊκή ευχετική λειτουργική φόρμουλα, συνοδεύεται από την ευχετική ευκτική «γένοιτο», που είναι το ελληνικό του ισοδύναμο. Όπως είπαμε, όμως, στην προηγούμενη ενότητα, η ευκτική έγκλιση, ακόμα και η ευχετική, είχε περιοριστεί σημαντικά στην Κοινή. Επομένως, η παρουσία ενός ρηματικού τύπου σε ευκτική σε επιγραφή του 5ου – 6ου αι. μ.Χ. αποτελεί γλωσσικό απολίθωμα. Ο λόγιος, λοιπόν, αυτός τύπος χρησιμοποιείται, κατά κανόνα από τη μετάφραση των Ο’ , για να αποδώσει το «ἀμήν», το οποίο, αν και είχε ενσωματωθεί στη λειτουργική γλώσσα, δεν ήταν από όλους κατανοητό.
Η χρήση ενός τέτοιου παρωχημένου αττικού λόγιου τύπου, όμως, εκτός του ότι θα απαντούσε στα ευαγγέλια για να αποδώσει το Εβραϊκό «ἀμήν», σίγουρα θα επιδοκιμαζόταν από ένα κίνημα γραμματικών, λογίων και συγγραφέων που προέκριναν τη μίμηση της κλασικής αττικής διαλέκτου του 5ου και 4ου αι. π.Χ. έναντι της ζωντανής, προφορικής Κοινής. Το κίνημα αυτό ονομαζόταν αττικισμός και έκανε την εμφάνιση του ήδη από τον 1ο αι. π.Χ., δηλαδή από την εποχή του Αυτοκράτορα Αυγούστου, στα ελληνιστικά κέντρα και κυρίως στην Αλεξάνδρεια. Στα κέντρα αυτά γραμματικοί και λόγιοι δίδασκαν τους αρχαϊκούς αττικούς γραμματικούς τύπους και πίστευαν ότι η μίμηση της μορφής των κλασικών αττικών συγγραφέων και η χρήση ενός αμιγώς αττικού λεξιλογίου θα βοηθούσε στη δημιουργία μεγάλων έργων εφάμιλλων της κλασικής παραγωγής του 5ου και 4ου αι. π.Χ.
Ήταν σφοδροί πολέμιοι των απλοποιήσεων και των μεταβολών που συντελούνταν στην ελληνιστική Κοινή. Είχαν ως πρότυπο τους την ορθή και καθαρή αττική γλώσσα των συγγραφέων του 5ου και 4ου αι. π.Χ. (Πλάτωνα, Λυσία, Ξενοφώντα, Θουκυδίδη). Θεωρούσαν ότι το καθαρό αττικό λεξιλόγιο μπορούσε να διασφαλίσει την κομψότητα του λόγου και για να εκλάβουν μία λέξη ως σημαντική και άξια να συμπεριληφθεί στο λόγο τους, έπρεπε η λέξη αυτή να χρησιμοποιείται στα έργα των μεγάλων κλασικών συγγραφέων. Ήταν αντίθετοι, επίσης, με την εισροή ξένων λέξεων, κυρίως Λατινικών, στο ελληνικό λεξιλόγιο.
Εκτός, όμως, από τη μίμηση της μορφής, του ύφους και του λεξιλογίου της κλασικής εποχής, οι αττικιστές πίστευαν ότι η μελέτη των κειμένων των μεγάλων συγγραφέων του 5ου αι. π.Χ. θα ανέσταινε τις χαμένες αρχαίες αξίες του ένδοξου παρελθόντος, τις αξίες που οδήγησαν στο θρίαμβο των Περσικών πολέμων και στο κλέος της Αθηναϊκής Δημοκρατίας
Οι αττικιστές εναντιώνονταν επίσης και στο ρητορικό κίνημα του Ασιανισμού που εμφανίζεται στις αρχές του 3ου αι. π.Χ. στην Έφεσο, στη Σμύρνη και στη Ρόδο και με όπλα την επιδεικτική ρητορική και την ανούσια φλυαρία απειλούσαν να καταλάβουν ακόμα και την ιστοριογραφία και πεζογραφία, όπου η αττική ήταν κυρίαρχη.
Ο σημαντικότερος εκπρόσωπος της αττικιστικής αντίδρασης στην ελληνιστική Κοινή ήταν ο Διονύσιος ο Αλικαρανασσεύς, που δίδαξε στη Ρώμη το 30-8 π.Χ. Στην εξάπλωση του κινήματος συνέδραμαν το υψηλό κύρος της αττικής διαλέκτου και των συγγραφέων του 5ου και 4ου αι. π.Χ., η πρακτική της μίμησης των κλασικών προτύπων που κυριαρχούσε εκείνη την εποχή, η πολιτική του Αυγούστου που θεωρούσε ότι η επιστροφή στις κλασικές τέχνες και την κλασική γλώσσα θα εξασφάλιζε και την αναγέννηση των πατροπαράδοτων αξιών και η σχολαστική φιλολογική επεξεργασία που είχαν κάνει στα αττικά κλασικά κείμενα οι Αλεξανδρινοί φιλόλογοι μέσα από εκδόσεις, υπομνήματα και λεξικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι αττικιστές Αλεξανδρινοί γραμματικοί καθιέρωσαν και τους τόνους, αφού είχε καταργηθεί η προσωδία και υπήρχε πρόβλημα στην ορθή προφορά των λέξεων. Έτσι οι τόνοι χρησίμευσαν ως οδηγοί ορθού τονισμού και στον προφορικό και στο γραπτό λόγο.
Κατά τον 2ο και 3ο αι. μ.Χ., η δυναμική εξάπλωση του χριστιανισμού έρχεται να κάνει οξύτερη την αντιπαράθεση ανάμεσα στον επιτηδευμένο γραπτό αττικό λόγο και στο ζωντανό προφορικό λόγο της Κοινής. Από τη μία πλευρά, ένα μεγάλο μέρος των αττικιστών στρέφεται εναντίον του χριστιανισμού γιατί περιφρονεί την ανεπιτήδευτη γλώσσα και την απλοϊκή προφορική διδασκαλία του και από την άλλη πλευρά, οι χριστιανοί χρησιμοποιούν την απλή λαϊκή γλώσσα και πολεμούν κάθε τι το κλασικό αρχαιοελληνικό που αποτελεί πρότυπο των αττικιστών, καθώς το θεωρούν ειδωλολατρικό. Από τον 4ο αι. μ.Χ., όμως, με τη διδασκαλία και την πνευματική παρουσία των Τριών Ιεραρχών, συγχωνεύεται και εναρμονίζεται η χριστιανική διδασκαλία με την κλασική αρχαιοελληνική παιδεία. Από εκείνη την περίοδο θα ενστερνιστεί τον αυστηρό αττικισμό και η επίσημη χριστιανική Εκκλησία. Τον 2ο αι. μ.Χ., επίσης, κυριαρχεί στον πνευματικό χώρο το κίνημα της Δεύτερης Σοφιστικής , οι εκπρόσωποι του οποίου είναι και αυτοί αττικιστές. Οι οξυδερκείς αυτοί ρήτορες σαγηνεύουν πλήθος κόσμου με τις διαλέξεις τους, παρόλο που ένα μεγάλο μέρος του απλού λαού δεν κατανοεί ούτε τις σοφιστικές τεχνικές τους ούτε και την αττικίζουσα γλώσσα τους πολλές φορές.
Η προσήλωση αυτή των αττικιστών στο ύφος, τη γλώσσα και τη μορφή των αρχαίων κλασικών συγγραφέων και τα συνακόλουθα διδάγματα τους είχαν θετικά και αρνητικά αποτελέσματα. Στα θετικά συγκαταλέγονται η προστασία του ελληνικού γραπτού λόγου από την εισβολή λατινικών λέξεων και η υπεράσπιση της κλασικής πολιτιστικής κληρονομιάς από κάποιους φανατικούς χριστιανούς. Στα αρνητικά συγκαταλέγονται η διγλωσσία και ο γλωσσικός διχασμός που ταλαιπώρησε το ελληνικό γένος για πολλές χιλιετίες και έφτασε μέχρι τις μέρες μας. Οι αττικιστές με την αδιάλλακτη αρνητική στάση τους απέναντι στην Κοινή, οδήγησαν στη δημιουργία ενός χάσματος ανάμεσα στην επίσημη γραπτή επιτηδευμένη γλώσσα και τη ζωντανή προφορική. Με άλλα λόγια οδήγησαν σε έναν διχασμό ανάμεσα στους πεπαιδευμένους και στον απλό λαό . Επίσης, έργα σημαντικών συγγραφέων περιφρονήθηκαν, με μοναδικό κριτήριο το ότι έγραφαν σε μία πιο απλή γλώσσα από την αρχαϊκή αττική. Έτσι ένα μέρος σημαντικών λογοτεχνικών και επιστημονικών έργων χάθηκαν.
Επιπλέον, η φανατική προσκόλληση των αττικιστών στους κλασικούς συγγραφείς συνεχίστηκε και επικράτησε ως τάση και κατά τη Βυζαντινή περίοδο, με αποτέλεσμα αρκετοί Βυζαντινοί συγγραφείς να είναι σκληροπυρηνικοί και υπερσυντηρητικοί αρχαϊστές.
Τέλος, ο αττικισμός είχε ως συνέπεια τη στροφή ενός μεγάλου μέρους των λογίων σε ένα τεχνητό γραπτό ιδίωμα το οποίο δεν διέθετε ζωντάνια και δυναμική εξέλιξης.

Ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών;

Από την Ασπασία Μπέρμπερη, Φιλόλογο Α.Π.Θ.

Όλοι υποθέτω θα έχετε παρατηρήσει ομοιότητες μεταξύ των γλωσσών, σον αφορά το λεξιλόγιο ακόμα και την γραμματική, όπως για παράδειγμα η λέξη «πατέρας»,όπου στα αρχ. ελλ. είναι «πατήρ»,  στα λατινικά είναι «pater», στα αγγλ. είναι «father», στα γερμ. είναι «Vater». Έχετε ποτέ αναρωτηθεί που μπορεί να οφείλονται οι ομοιότητες αυτές; Κάποιοι ίσως ισχυριστείτε ότι είναι προϊόν δανεισμού. Κάποιοι ίσως το θεωρήσετε απλά ένα τυχαίο γεγονός. Και κάποιοι άλλοι ίσως αναλογιστείτε ότι υπάρχει μια βαθύτερη σχέση μεταξύ των γλωσσών. Η αλήθεια είναι όντως υπάρχει μια βαθύτερη σχέση μεταξύ της ελληνικής και της λατινικής, αγγλικής, γερμανικής. Και οι τέσσερις γλώσσες ανήκουν στην ίδια «οικογένεια» γλωσσών, δηλαδή οι συγκεκριμένες γλώσσες έχουν έναν κοινό πρόγονο, τη ινδοευρωπαϊκή. Επομένως, η ελληνική, η λατινική, η αγγλική, η γερμανική μαζί με άλλες γλώσσες που θα αναφέρω παρακάτω ανήκουν στην λεγόμενη ινδοευρωπαϊκή οικογένεια γλωσσών.

Αρέσει σε %d bloggers: