RSS Feed

Category Archives: ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ

Επιστημονική συνάντηση στη μνήμη του Ξ. Α. Κοκόλη

Ένα πολύ σημαντικό συνέδριο για τα ενδιαφέροντα των νεοελληνιστών Φιλολόγων, αλλά και ευρύτερου περιεχομένου ξεκινάει στις 27 Μαρτίου (2014) και λήγει στις 30 Μαρτίου, σε δύο παράλληλες συνεδρίες, σε αίθουσες του Κέντρου Διάδοσης Ερευνητικών Αποτελεσμάτων του Α.Π.Θ. (ΚΕΔΕΑ). Ακολουθεί συνημμένο το πρόγραμμα σε pdf:

+ι_Β_Ν+¦_Β+-+-+-+-_+ν+_+¬+¦+¦_Ν

Advertisements

ΠΩΣ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΩ ΤΟΝ ΦΡΟΪΝΤ

TELIKH freud

 

Το βιβλίο αποτελεί μια γνωριμία με το ψυχαναλυτικό έργο του Φρόιντ. Ο συγγραφέας παρουσιάζει τα κύρια φροϊδικά κείμενα με χρονολογική σειρά, τα τοποθετεί στο πλαίσιο της ζωής του Φρόιντ τη στιγμή της δημιουργίας τους και κατόπιν αναλύει την πρόσληψη και τις προεκτάσεις των ανακαλύψεών του από τους μεταφροϊδικούς ψυχαναλυτές.

 

Όλα τα κεφάλαια ακολουθούν την ίδια ακριβώς δομή: παρουσίαση του εκάστοτε έργου, και μέσα σε ειδικά πλαίσια, άμεσα διακριτά χάρη στη μορφή τους, τα σχόλια, χωρισμένα σε ενότητες: «Βιογραφία και Ιστορία», «Εξέλιξη των φροϊδικών εννοιών», «Μεταφροϊδικοί», «Χρονολόγηση των φροϊδικών εννοιών». Η δομή αυτή επιτρέπει διαφορετικούς τρόπους μελέτης. Παράλληλα, το εκτενές και αναλυτικό ευρετήριο στο τέλος του βιβλίου βοηθά τον αναγνώστη που ενδιαφέρεται για συγκεκριμένα θέματα με τα οποία ασχολήθηκε ο Φρόιντ.

 

Ο Jean-Michel Quinodoz προσεγγίζει τη μελέτη των έργων του Φρόιντ με γλώσσα σαφή και κατανοητή σε όλους, στηριζόμενος στη μακρά του κλινική εμπειρία κλασικής ψυχαναλυτικής θεραπείας και στο σεμινάριο ανάγνωσης του φροϊδικού έργου που διδάσκει σε μαθητευόμενους ψυχαναλυτές εδώ και περισσότερο από είκοσι χρόνια.

 

Το Πώς να διαβάσω τον Φρόιντ είναι ένα βιβλίο που απευθύνεται σε όλους: σε ανθρώπους που δεν έχουν έρθει ποτέ σε επαφή με το έργο του κορυφαίου στοχαστή, σε φοιτητές Ψυχολογίας, σε ψυχολόγους και ψυχαναλυτές, αλλά και σε κάθε έμπειρο μελετητή του έργου του Φρόιντ.

 

 

 

 

Διδάκτωρ της Ελβετικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας (Société Suisse de Psychanalyse), επίτιμο μέλος της Βρετανικής Ψυχαναλυτικής Εταιρίας (British Psychoanalytical Society), ο Jean-Michel Quinodoz εργάζεται ως ψυχαναλυτής διατηρώντας ιδιωτικό ιατρείο στη Γενεύη. Υπήρξε συντάκτης για θέματα της Ευρώπης του International Journal of Psychoanalysis για δέκα χρόνια και αρχισυντάκτης των New Annuals, που εκδίδονται σε διάφορες γλώσσες.

Έχει επίσης γράψει τα βιβλία: La solitude apprivoisée: l’angoisse de séparation en psychanalyse (PUF, 1991), Les rêves qui tournent une page (PUF, 2001), Marie des Collines (Slatkine, 2005) και A l’écoute d’Hanna Segal (PUF, 2008).

ΤΟ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΟ ΛΕΞΙΚΟ ΤΟΥ CAMBRIDGE

της Πολίτου Μαρούλας, Φιλολόγου Α.Π.Θ.

Μην σκεφτείτε πόσο κοστίζει να αγοράσετε ένα βιβλίο, σκεφτείτε πόσο αξίζει να το διαβάσετε! Ένα μότο που έχω υιοθετήσει εδώ και κάποια χρόνια, μιας και η οικονομική κρίση έχει μεταβάλλει τις προτεραιότητές μας και πολύ περισσότερο έχει λιανίσει τις δευτερεύουσες ανάγκες μας, τις επιθυμίες μας, τα βαθύτερα όνειρά μας.

«Ένα υπέροχο έργο αναφοράς…».

EdwardSaid

Το Φιλοσοφικό Λεξικό του Καίμπριτζ θεωρείται το πλέον έγκυρο λεξικό φιλοσοφίας στον κόσμο. Γραμμένο από μια διεθνή ομάδα τετρακοσίων σαράντα συγγραφέων-επιστημόνων, προσφέρει στον αναγνώστη την πλουσιότερη, πληρέστερη και πιο επικαιροποιημένη μελέτη των σημαντικότερων ιδεών και θεωριών που ανέπτυξαν οι μείζονες φιλόσοφοι στην ιστορία του ανθρώπινου πνεύματος, καθώς και των φιλοσοφικών ρευμάτων που έχουν αναδυθεί από την εποχή της αρχαιότητας έως τις μέρες μας.

«Ένα αξιοθαύμαστο επίτευγμα…».

AlasdairMacIntyre

Το Φιλοσοφικό Λεξικό του Καίμπριτζ καλύπτει όλο το φάσμα της Φιλοσοφίας, από την αρχαία ελληνική φιλοσοφία έως και τα αναπτυσσόμενα πεδία της Φιλοσοφίας του Νου και της Εφαρμοσμένης Ηθικής.

Ταυτόχρονα, το λεξικό δεν περιορίζεται μόνο στην παρουσίαση της δυτικής φιλοσοφίας, αλλά στις σελίδες του περιλαμβάνονται εκτενή λήμματα και για την αραβική, την ισλαμική, την αφρικανική, την ιαπωνική και τη νοτιοαμερικάνικη φιλοσοφία.

Το Φιλοσοφικό Λεξικό του Καίμπριτζ συγκροτείται από 4727 λήμματα φιλοσοφίας, γραμμένα από 440 κορυφαίους συγγραφείς-επιστήμονες και μεταφρασμένα από 16 Έλληνες ειδικούς.

 

Επιμέλεια έκδοσης: Robert Audi

Επιμελητές ελληνικής έκδοσης:

Στέλιος Βιρβιδάκης, Γιώγος Ξηροπαΐδης

 

Λουκρήτιος: ο «ιεραπόστολος» του επικουρισμού στη Ρώμη

της Πολυξένης Μαρκούτη

Η επικούρεια φιλοσοφία στη Ρώμη – Λουκρήτιος: ο «φιλόσοφος ποιητής» ή ο «ποιητής φιλόσοφος»

Τον 1ο αιώνα π. Χ. εκλείπει η παλιά εχθρότητα των Ρωμαίων προς τους φιλοσόφους, συνεπώς η φιλοσοφία μπορεί να ευδοκιμήσει στο ρωμαϊκό έδαφος. Ο επικουρισμός φτάνει στη Ρώμη και αποκτά οπαδούς, αν και ερχόταν σε σύγκρουση με τις παραδοσιακές ρωμαϊκές αντιλήψεις και υπέσκαπτε τα θεμέλια της παραδοσιακής ηθικής. Οι συγκρούσεις και ο πολιτικός αναβρασμός των τελευταίων χρόνων της Δημοκρατίας οδήγησαν τους Ρωμαίους στην ήρεμη ατμόσφαιρα του Κήπου. Ανάμεσα στους ρωμαίους επικούρειους ξεχωρίζει ένας, ο οποίος κατόρθωσε να περιβάλει την επικούρεια φιλοσοφία με τη γοητεία των Μουσών: ο Λουκρήτιος.

Ο Τίτος Λουκρήτιος Κάρος γεννήθηκε γύρω στο 99/98 π. Χ. και πέθανε πιθανόν το 55 π. Χ.  Ένα πέπλο μυστηρίου καλύπτει τη ζωή του. Οι ελάχιστες πληροφορίες που έχουμε γι’ αυτόν προέρχονται από τον Ιερώνυμο και τη vita Vergili που αποδίδεται στον Δονάτο. Το σχόλιο του Ιερώνυμου ότι ο Λουκρήτιος τρελάθηκε με ένα ερωτικό φίλτρο και ότι έγραψε ποίηση σε φωτεινά διαλείμματα ώσπου τελικά αυτοκτόνησε μοιάζει με ανυπόστατη φήμη που προφανώς υποκινήθηκε από τους πολέμιους της ποίησής του.

Το μοναδικό του έργο De Rerum Natura είναι ένα εκτενές φιλοσοφικό –διδακτικό έπος και αποτελεί τη λατινική «Βίβλο» της επικούρειας φιλοσοφίας. Ο ίδιος ο τίτλος είναι εκλατινισμός του ελληνικού Περί Φύσεως. Έργα με αυτόν τον τίτλο έγραψαν ο Εμπεδοκλής και ο Επίκουρος, οι οποίοι θεωρούνται πρότυπα του Λουκρητίου.

Ο Λουκρήτιος επηρεάζεται έντονα από την ταραχώδη εποχή στην οποία ζει. Κατά το πρώτο μισό του 1ου αιώνα η Ρώμη κλονίζεται από πολιτικές και κοινωνικές αναταραχές: διαμάχη Μάριου και Σύλλα, αγώνες του Πομπήιου στη Ανατολή, συνωμοσία του Κατιλίνα. Ο ποιητής στρέφεται στη φιλοσοφία, προσδοκώντας να βρει σ’ αυτή τη γαλήνη που δεν μπορεί να του προσφέρει η σύγχρονή του πραγματικότητα. Στόχος της ποίησής του είναι να καταστήσει όσο το δυνατόν πιο ελκυστικό ένα δυσνόητο (ίσως και άχαρο)  φιλοσοφικό σύστημα περιβάλλοντάς το με το ποιητικό ένδυμα. Είναι χαρακτηριστική η παρομοίωση του ποιητή με γιατρό που αλείφει τα χείλη του ποτηριού με μέλι, για να μετριάσει τη δυσάρεστη εντύπωση από την πικρή γεύση του φαρμάκου. Το μέλι των Μουσών χρησιμοποιείται ως δέλεαρ, για να προσελκύσει τον αναγνώστη. Έχει τη συναίσθηση ότι υπηρετεί μια αποστολή: να μεταφέρει το μήνυμα του επικουρισμού στη Ρώμη. Θεωρεί ότι η ηθικά νοσούσα ρωμαϊκή κοινωνία της εποχής, της οποίας κομμάτι αποτελεί ο Μέμμιος, ο αποδέκτης του έργου, χρειαζόταν μια ισχυρή δοσολογία επικούρειας φιλοσοφίας. Οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να είναι αδαείς σχετικά με τις αιτίες πολλών πραγμάτων και κατατρύχονταν από υπερφυσικούς φόβους. Το πνευματικό τους σκοτάδι έπρεπε να διασκεδαστεί όχι από τις ακτίνες του ήλιου, αλλά από τη γνώση της φύσης.

Το έργο αρχίζει με μια επίκληση στην Αφροδίτη, η οποία δημιουργεί έντονο προβληματισμό. Υπάρχει μια φαινομενική αντίφαση με την επικούρεια αντίληψη περί θεών. γιατί ο Λουκρήτιος, ενώ θέλει να εξοβελίσει τους θεούς, επικαλείται την Αφροδίτη; Η επίκληση εντάσσει το ποίημα σε μια μακρά διδακτική παράδοση, η οποία έχει τις ρίζες της στον Ησίοδο και συνεχίζει στην ελληνιστική εποχή με τον Άρατο. Ο Λουκρήτιος επικαλείται την Αφροδίτη ως μυθική πρόγονο των Τρώων, και κατ’ επέκταση των Ρωμαίων, και ως αλληγορία της φύσης. Η Αφροδίτη μνημονεύεται ως προσωποποίηση μιας δύναμης που κινεί τον κόσμο. Είναι η αιώνια δύναμη της φύσης, η οποία προκαλεί το γίγνεσθαι. Προσφωνείται όμως και ως hominum divomque voluptas και της απευθύνεται παράκληση για ειρήνη, εγγυάται επομένως για την ύψιστη αξία των επικουρείων, την καταστηματικήν δονήν.

Αναφορικά με το περιεχόμενο του έργου, ο Λουκρήτιος δεν διεκδικεί τη φιλοσοφική πατρότητα όσων εκθέτει. Γι’ αυτόν ο Επίκουρος δεν είναι ένας απλός δάσκαλος. Στα προοίμια των βιβλίων I, III, IV και VI ο Επίκουρος παρουσιάζεται αρχικά ως απελευθερωτής, στη συνέχεια ως pater, για να εξυψωθεί τελικά σε θεό, εκπληρωτή της ιστορίας και άνθος της Αθήνας. Είναι αυτός που άνοιξε τις κλειστές πόρτες της φύσης, απελευθέρωσε τους ανθρώπους από τον φόβο του θανάτου και τόλμησε να ορθώσει το ανάστημά του μπροστά στο απειλητικό φάντασμα της religio.

Είναι σαφές ότι ο Λουκρήτιος τιμά τον δάσκαλό του και είναι πιστός στα παραγγέλματά του σχεδόν με θρησκευτική ευλάβεια. Δεν τον ακολουθεί όμως δουλικά. Και μόνο το γεγονός ότι αποφασίζει να εκθέσει την επικούρεια φιλοσοφία σε στίχους έρχεται σε ρήξη με την επικούρεια αντίληψη για την ποίηση: «Μόνον ο σοφός είναι σε θέση να μιλήσει σωστά για μουσική και ποίηση. Ο ίδιος βέβαια δεν θα γράψει ποιήματα». Παλαιότεροι φιλόσοφοι, όπως ο Παρμενίδης και ο Εμπεδοκλής, είχαν εκθέσει φιλοσοφικές θεωρίες σε ποιητική μορφή. Από τους επικούρειους όμως κανείς δεν είχε χρησιμοποιήσει στίχο. Κι αφού χρησιμοποιεί την ποίηση ως δόλωμα, για να κάνει πιο προσιτή την επικούρεια φιλοσοφία, προσπαθεί να κάνει το δόλωμα αυτό όσο γίνεται πιο ελκυστικό: επιστρατεύει πλήθος εκφραστικών μέσων (ρητορικά σχήματα, παρομοιώσεις, μεταφορές), επιχειρεί να ερμηνεύσει τα ἄδηλα διά των προδήλων αξιοποιώντας εικόνες και έννοιες από τη σφαίρα του οργανικού κόσμου και της ανθρώπινης κοινωνίας στον κόσμο των ατόμων. Σε όλο το έργο είναι εμφανής η τάση αναζήτησης όρων ικανών να αποδώσουν τη φιλοσοφική ορολογία στη μορφή ενός μεγάλου ποιήματος. Ο ίδιος ο ποιητής συνειδητοποιεί την πενία της λατινικής γλώσσας και ομολογεί πόσο δύσκολο είναι να εξηγήσει στα λατινικά τις σκοτεινές ανακαλύψεις των Ελλήνων (Graiorum obscura reperta). Στόχος του δεν είναι η κομψότητα του λόγου, αλλά η δύναμη της έκφρασης και το εντυπωσιακό αποτέλεσμα.

Η πρωτοτυπία του Λουκρητίου δεν έγκειται μόνο στην ποιητική μετουσίωση της επικούρειας φιλοσοφίας, αλλά και στον τρόπο διάταξης του υλικού. Λόγω χρονικής και πολιτισμικής απόστασης από την εποχή του Επίκουρου προσπαθεί να προσαρμόσει τον επικουρισμό στα ρωμαϊκά δεδομένα. Παράλληλα, είναι εντυπωσιακό το γεγονός ότι αφιερώνει το μεγαλύτερο μέρος του έργου του στη Φυσική. Προφανώς συμφωνεί με την αντίληψη ότι η γνώση της φύσης αποτελεί το κλειδί για την επίτευξη του ηθικού στόχου της επικούρειας φιλοσοφίας. Παραμένει ωστόσο αξιοπερίεργο το πόσο λίγο χώρο αφιερώνει σε έναν προσφιλή κλάδο του έθνους του, την Ηθική. Ένας Ρωμαίος θα ενδιαφερόταν περισσότερο για τον ηθικό προσανατολισμό της φιλοσοφίας (να διδάσκει την τέχνη της ζωής) και όχι για τη θεωρητική αναζήτηση πάνω σε θέματα που άπτονται της δομής του κόσμου.

Παρά τη δογματική ταύτιση με τον πνευματικό ταγό του επικουρισμού, σε κάποια σημεία του έργου λανθάνει ένας πεσιμισμός που δεν συμβαδίζει με τη γενικότερη αισιοδοξία και το απελευθερωτικό πνεύμα που διέπει συλλήβδην την επικούρεια φιλοσοφία. Απαισιόδοξοι τόνοι ανιχνεύονται στην περιγραφή του κόσμου, ο οποίος δεν δημιουργήθηκε προς όφελος του ανθρώπου, και στον τρόπο με τον οποίο ο ποιητής πραγματεύεται το θέμα του έρωτα. Ο Επίκουρος κατατάσσει την ερωτική επιθυμία στις φυσικές και μη αναγκαίες, συνεπώς πρέπει να ικανοποιείται με μέτρο: «Η ερωτική πράξη δεν έκανε ποτέ καλό σε κανέναν. Τυχερός μάλιστα όποιος δεν του προξένησε ζημιά». Ο Λουκρήτιος υιοθετεί μια στάση μάλλον διαφορετική. Στο τέταρτο βιβλίο είναι εμφανές ότι τον διακατέχει μια αποστροφή για τον βιολογικό μικρόκοσμο του ανθρώπου. Συστήνει και αυτός προσφυγή στην πάνδημο Αφροδίτη (Venus Vulgivaga), αλλά ο έρωτας δεν θεωρείται ηδονή. Είναι μάλλον μια στυγερή επιθυμία (dira cupido). Η σφοδρότητα με την οποία καταφέρεται εναντίον του ερωτικού πάθους υποδηλώνει ότι γι’ αυτόν ο έρωτας αποτελούσε έναν πιο ισχυρό ταραξία του πνεύματος σε σύγκριση με τον απαθή Επίκουρο. Ωστόσο, η απαισιόδοξη διάθεση του ποιητή επισκιάζεται από την ακράδαντη πίστη στις δυνάμεις του πνεύματος, η οποία υπερνικά κάθε φόβο της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο επικουρισμός δεν κυριάρχησε τελικά στη Ρώμη. Εκτοπίστηκε από το αντίπαλο δέος, τον Στωικισμό. Το ιδανικό του λάθε βιώσας δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία ενός λαού, ο οποίος είχε στο αίμα του τη δημόσια δράση και το ενδιαφέρον για την πολιτική ζωή. Αν και απέκτησε πολλούς εχθρούς, κυρίως από τον χώρο του χριστιανισμού, άντεξε στον χρόνο, θαυμάστηκε και εξακολουθεί να θαυμάζεται και να εντυπωσιάζει με την ένταση, το πάθος και το σφρίγος που το χαρακτηρίζει. Η ιδιοφυία του Λουκρητίου και η διεισδυτική του σκέψη δημιούργησαν ένα έργο στο οποίο ποίηση, φιλοσοφία και ρητορική συνυφαίνονται σε ένα παιχνίδι, του οποίου τα νήματα κινεί ο ποιητής με απαράμιλλη μαεστρία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                       ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

  • Ø Albrecht M. von, Ιστορία της ρωμαϊκής λογοτεχνίας, μτφ. –επιμ. Δ. Ζ. Νικήτας, Ηράκλειο 2002
  • Ø Anderson E., Ο Επίκουρος στον 21ο αιώνα, Θεσσαλονίκη: Θύραθεν 2005
  • Ø Boyancé P., Lucrèce et l’ épicurisme, Paris 1963
  • Ø Clarke M. L., Το ρωμαϊκό πνεύμα, μτφ. Π. Δημητριάδου-Λ. Τρομάρας, Θεσσαλονίκη 2004
  • Ø Festugière A. J., Ο Επίκουρος και οι θεοί του, μτφ. Ρ. Μπέρκνερ, Θεσσαλονίκη 1999
  • Ø Gehrke H. – J., Ιστορία του ελληνιστικού κόσμου, μτφ. Α. Χανιώτης, Αθήνα: ΜΙΕΤ 2003
  • Ø Graf F., Εισαγωγή στην αρχαιογνωσία, τ. Β΄, μτφ. –επιμ. Δ. Ζ. Νικήτας, Αθήνα 2001
  • Ø Kenney E. J., Lucretius (Greece and Rome, New Surveys in Classics, 11), Oxford 1977)
  • Ø Kroh P., Λεξικό αρχαίων συγγραφέων, Ελλήνων και Λατίνων, μτφ. –επιμ. Δ. Λυπουρλής-Λ. Τρομάρας, Θεσσαλονίκη 1996
  • Ø Rist J. M., Epicurus. An introduction, Cambridge 1972
  • Ø Tarn W. – Griffith G. T., Hellenistic Civilisation, London 1952

 

Η επικούρεια φιλοσοφία

Από την Πολυξένη Μαρκούτη, Φιλόλογο Α.Π.Θ.

Ο 4ος αι. π. Χ. είναι για τον ελληνικό κόσμο μια εποχή ραγδαίων εξελίξεων, που άλλαξαν τον ιστορικό και πολιτικό χάρτη. Οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, τα παιχνίδια εξουσίας μεταξύ των διαδόχων του και η διαμόρφωση μιας νέας τάξης πραγμάτων με τη δημιουργία των ελληνιστικών βασιλείων πυροδότησαν μια σειρά από αλλαγές στη ζωή και την κοσμοθεωρία του ατόμου. Ο άνθρωπος της ελληνιστικής εποχής, υπήκοος πια ενός αχανούς βασιλείου κι όχι πολίτης της πόλης –κράτους, νιώθει περιχαρακωμένος στα όρια του μικρόκοσμού του και συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο την αδυναμία του να παρέμβει στη διαμόρφωση ενός κόσμου που αποφασίζει πριν από αυτόν για αυτόν. Μέσα σε αυτό το κλίμα ηθικής και πνευματικής σύγχυσης η παραδοσιακή θρησκεία χάνει τα ισχυρά της ερείσματα, καθώς είναι ανίκανη να προσφέρει έναν οδηγό για τη ζωή και απαντήσεις σε εσωτερικά ερωτήματα. Τη θέση της παίρνουν ο μυστικισμός και η πίστη στη θεοποιημένη Τύχη. Από την άλλη, η φιλοσοφία κερδίζει συνεχώς έδαφος, καθώς επιχειρεί μια στροφή στον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου εστιάζοντας στην ατομική ηθική και ευδαιμονία κι όχι σε αυτή μιας ευρύτερης κοινότητας. Προτεραιότητά της το ατομικό καλό και όχι το κοινό όφελος. Ένα από τα ρεύματα που ήρθε, παρέσυρε πλήθος οπαδών στο πέρασμά του και αιώνες μετά απήλθε είναι η επικούρεια φιλοσοφία. Ο θεμελιωτής της Επίκουρος ευαγγελιζόταν την κατάκτηση της εσωτερικής ελευθερίας μέσω της ἀταραξίας. Ο άνθρωπος όφειλε να αναζητήσει μέσα του την ελευθερία και όχι σε εξωτερικούς παράγοντες. Το παρ’ ἡμᾶς δέσποτον, δηλαδή η χωρίς δυνάστες προσωπική ζωή, είναι ένα από τα ζητήματα της νέας σοφίας. Κι αυτό ήταν εφικτό μόνο στον Κήπο του Επίκουρου.

Η επικούρεια φιλοσοφία διακρίνεται σε τρία μέρη: το Κανονικόν, τη Φυσική και την Ηθική. Το Κανονικόν είναι η θεωρία της γνώσης. Σύμφωνα με αυτή πρωταρχικό στοιχείο αλήθειας είναι η ασθησις. Με τη συσσώρευση παραστάσεων μέσω των αισθήσεων έρχεται η πρόληψις, χωρίς την οποία η γνώση είναι ανέφικτη. Η αίσθηση από μόνη της είναι ελλιπής, άλογη και οὐδεμιᾶς μνήμης δεκτική. Το τρίτο κριτήριο αλήθειας είναι τα πάθη, τα οποία είναι δύο: η δονή και ο πόνος. Η δονή είναι οικεία προς τη φύση κάθε ζωντανού πλάσματος, ενώ ο πόνος είναι ξένος (λλότριος) προς αυτή.

Αυτό που έχει πρωταρχική σημασία στην πορεία προς την εσωτερική γαλήνη και ευτυχία είναι η γνώση και η κατανόηση της φύσης, των κανόνων που διέπουν τη δομή και τη λειτουργία του σύμπαντος. Η φυσική θεωρία του Επίκουρου είναι επηρεασμένη από την ατομική θεωρία του Δημόκριτου. Σύμφωνα με την επικούρεια φυσική το σύμπαν αποτελείται από λη (corpus) και κενόν (inane). Τίποτα δεν γεννιέται εκ του μηδενός και τίποτα δεν χάνεται εντελώς κατά τη διάλυσή του, αφού τα άτομα που αποτελούν την ύλη είναι αναλλοίωτες και άφθαρτες οντότητες. Μέσα στον κενό χώρο τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση. Σε αντίθεση προς τον Δημόκριτο που υποστήριξε ότι τα άτομα κινούνται προς όλες τις κατευθύνσεις και μέσα από τις συγκρούσεις τους σχηματίζουν νέες μορφές ύλης, ο Επίκουρος υποστήριξε ότι τα άτομα ακολουθούν πορεία καθοδική. Μια τέτοια υπόθεση όμως γεννά ένα εύλογο ερώτημα: αν τα άτομα πέφτουν κατακόρυφα μέσα στην άβυσσο που λέγεται κενό, πώς συγκρούονται μεταξύ τους, αφού ακολουθούν παράλληλες τροχιές; Ο Επίκουρος έδωσε απάντηση στο ερώτημα μέσω της θεωρίας της παρέκκλισης (clinamen). Σύμφωνα με αυτή τα άτομα, καθώς κινούνται καθοδικά, παρασυρμένα από το βάρος τους, παρεκκλίνουν ελαφρώς από την προκαθορισμένη πορεία τους, με αποτέλεσμα να συγκρούονται μεταξύ τους. Η θεωρία αυτή δέχτηκε επικρίσεις, γιατί ο Επίκουρος ισχυρίζεται πως η παρέκκλιση συμβαίνει χωρίς συγκεκριμένη αιτία, θέση αδιανόητη για έναν φυσικό φιλόσοφο. Η θεωρία της παρέκκλισης, αν και μοιάζει αντιεπιστημονική, δεν ηχεί σήμερα τόσο παράξενη, αν αναλογιστεί κανείς ότι στις αρχές του 20ου αιώνα ο Δανός φυσικός Niels Bohr ανέπτυξε μια παρόμοια θεωρία για την κίνηση των ηλεκτρονίων.

Ο Επίκουρος διαφοροποιήθηκε από τον Δημόκριτο σε ένα ακόμη σημείο: προέκρινε την Ηθική έναντι της Φυσικής. Επεξέτεινε τη θεωρία της παρέκκλισης στο ηθικό πεδίο, για να ερμηνεύσει την ελεύθερη βούληση. Ο Δημόκριτος ήταν υπέρμαχος του ντετερμινισμού, σύμφωνα με τον οποίο όλα όσα συμβαίνουν στον κόσμο υπακούουν σε μιαν αδήριτη αναγκαιότητα. Αντίθετα ο Επίκουρος πίστευε ότι ο άνθρωπος είναι ένα ελεύθερο ον και φέρει την ευθύνη των πράξεών του. Γι’ αυτό και δεν μπορούσε να δεχτεί την ιδέα ότι τα άτομα κινούνται πάντα μηχανικά και προδιαγεγραμμένα. Η ελεύθερη βούληση συνιστά για τον Επίκουρο απόδειξη της απρόβλεπτης και αυθόρμητης κίνησης των ατόμων.

Κάθε σώμα λοιπόν είναι ένα concilium ατόμων που πάλλονται αδιάκοπα στο εσωτερικό του. Αυτή η αδιάκοπη κίνηση (πάλσις) των ατόμων προκαλεί την εκπομπή από την επιφάνεια των σωμάτων ατομικών μεμβρανών που λέγονται εδωλα (simulacra). Τα είδωλα διεγείρουν την όραση, προκαλούν τη σκέψη και τα όνειρα στον ύπνο όταν τα συλλαμβάνει ο νους. Μέσω της φυσικής επαφής με διάφορα αντικείμενα τα αισθητήρια όργανα ενεργοποιούνται από απορροές ατόμων, με αποτέλεσμα τη λειτουργία των αισθήσεων.

Σχετικά με την ανθρώπινη ύπαρξη, η επικούρεια φιλοσοφία συνέλαβε τον άνθρωπο ως ον που αποτελείται από σώμα και ψυχή, τα οποία είναι άρρηκτα δεμένα. Ο νους (animus) είναι η έδρα των συναισθημάτων και της ανθρώπινης σκέψης και βρίσκεται στο στήθος του ανθρώπου, ενώ η ψυχή (anima) είναι η πηγή των αισθήσεων και είναι διεσπαρμένη σε όλο το σώμα. Animus και anima αποτελούνται από μικρά, λεπτά και ευκίνητα άτομα. Είναι υλικές οντότητες, συνεπώς υπόκεινται στη φθορά.

Η υλιστική θεωρία του Επίκουρου προκάλεσε θαυμασμό αλλά δέχτηκε και σφοδρές επιθέσεις από τους αντιπάλους της. στο φιλοσοφικό του σύστημα όμως εξέχουσα θέση κατέχει η ηθική του θεωρία. Σε μια εποχή που ο άνθρωπος κλείνεται στα πεπερασμένα όρια του εαυτού του αδιαφορώντας (ίσως αναγκαστικά) για ό, τι συμβαίνει έξω από αυτόν και κυριεύεται από αγωνία για τη ζωή του, αφού η άστατη θεά Τύχη μοιράζει εδώ κι εκεί τα δώρα της απρόβλεπτα, η επικούρεια φιλοσοφία έρχεται να αποδείξει ότι ο καθένας μπορεί να βρει την εσωτερική γαλήνη. Η ηθική θεωρία του Επίκουρου συνοψίζεται εύστοχα στην τετραφάρμακο:

 

φοβον θεός

ναίσθητον θάνατος

κα τγαθόν μν εκτητον

τ δε δεινόν εεκκαρτέρητον

 

Η τετραφάρμακος είναι η συνταγή του γιατρού Επίκουρου ενάντια στην επιδημία που λέγεται ανθρώπινο άγχος και μεταφυσική αγωνία. Με όπλο την τετραφάρμακο οι επικούρειοι προσπαθούν να πολεμήσουν ενάντια σε όλα όσα ταλανίζουν τους ανθρώπους της εποχής τους, με πρώτο και κύριο τον φόβο των θεών. Οι θεοί είναι μακάριοι και αθάνατοι. Δεν ενδιαφέρονται για τα ανθρώπινα πράγματα. Ο κόσμος δημιουργήθηκε χωρίς τη δική τους παρέμβαση. Δεν κατοικούν σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά σε διαστήματα μεταξύ των κόσμων, τα μετακόσμια (intermundia). Η άποψη περί της μη ανάμειξης των θεών στα επίγεια ήταν η αιτία να χαρακτηριστεί ο Επίκουρος άθεος και πολέμιος της θρησκείας. Οι κατηγορίες αυτές δεν ευσταθούν, διότι ο Επίκουρος δεν αντιτίθεται σε οποιαδήποτε μορφή θρησκείας. Στην εποχή του υπάρχουν τρία είδη θρησκείας: η κρατική –επίσημη θρησκεία, η θρησκεία ιδωμένη μέσα από κάποιο φιλοσοφικό πρίσμα και η «θρησκεία των λαϊκών στρωμάτων», δηλαδή οι προλήψεις και οι δεισιδαιμονίες. Αυτή την ψευδο-θρησκεία επιχειρεί να καταπολεμήσει ο Επίκουρος. Θρησκευτικότητα για τον Επίκουρο σημαίνει πάνω από όλα μίμηση των θεών: νηφάλια θεώρηση του κόσμου, απαλλαγή από πάθη και μάταιες επιθυμίες, απαλλαγή από τον φόβο του θανάτου. Ο Επίκουρος είναι μάλλον αναμορφωτής της θρησκείας, όχι εχθρός της.

Στο ταξίδι αναζήτησης της ψυχικής ηρεμίας ο άνθρωπος οφείλει να απαλλαγεί από δύο ακόμη εμπόδια: τον φόβο του θανάτου και τη επιθυμία. Η ανθρώπινη ψυχή, όπως και το σώμα, είναι θνητή υπόσταση. Μετά τον θάνατο και τα δύο παύουν να υπάρχουν, άρα χάνεται μαζί τους κάθε αίσθηση και συνειδητότητα. θάνατος οδέν πρς μς, διακηρύσσει ο Επίκουρος. Οποιεσδήποτε αντιλήψεις σχετικά με τον θάνατο και τη μεταθανάτια ζωή υπάρχουν μόνο για να προκαλούν τον φόβο και όχι για να διασφαλίσουν εσωτερική γαλήνη και ισορροπία.

Η κατάκτηση της ἀταραξίας επιτυγχάνεται μέσα από την επιδίωξη της δονς και την αποφυγή του πόνου. Η διελκυστίνδα μεταξύ ηδονής και πόνου είναι η λυδία λίθος σε ζητήματα ηθικής. Δεν πρέπει να επιδιώκεται κάθε ηδονή και να αποφεύγεται κάθε πόνος. Ο Επίκουρος εισάγει τη διάκριση των ηδονών σε κινητικές και καταστηματικές. Οι πρώτες αντλούνται από τη διαδικασία ικανοποίησης επιθυμιών, ενώ οι δεύτερες σχετίζονται με μια κατάσταση εσωτερικής γαλήνης και ισορροπίας, που απορρέει από την απουσία του πόνου. Ανώτερη θεωρείται η καταστηματική ηδονή, αφού η κινητική δεν έχει διάρκεια και σχετίζεται με τον πόνο. Η πλήρης απουσία πόνου θεωρείται η ύψιστη μορφή πνευματικής και σωματικής ηδονής που οδηγεί στην ἀταραξία. Και η έλλειψη πόνου απορρέει από την ικανοποίηση επιθυμίας, αφού οι ανικανοποίητες επιθυμίες προκαλούν πόνο. Η διαβάθμιση των αναγκών σε φυσικές και αναγκαίες, φυσικές και μη αναγκαίες, μη φυσικές και μη αναγκαίες έχει ως στόχο να δείξει ποιες επιθυμίες πρέπει να ικανοποιούνται και ποιες όχι. Οι πρώτες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση στη ζωή, συνεπώς πρέπει να ικανοποιούνται, αλλά με μέτρο. Οι δεύτερες, στις οποίες ανήκει η ερωτική επιθυμία, πρέπει να ικανοποιούνται, αλλά με μέτρο. Οι τελευταίες είναι αυτές που πρέπει να απεμπολούνται, αφού μονάχα πόνο προκαλούν. Ακόμη κι όταν ικανοποιούνται προκαλούν απληστία και δίψα για περαιτέρω ικανοποίηση. Η επιθυμία για πλούτη, δόξα και εξουσία μόνο στην ηρεμία και στην αταραξία δεν οδηγεί. Αντιθέτως, καλλιεργεί «υπεροψίαν και μέθην» και αφήνει τον άνθρωπο με ένα διαρκές αίσθημα ανικανοποίητου. Για τον λόγο αυτό η αποχή από την πολιτική δραστηριότητα και τη δημόσια ζωή (λάθε βιώσας) συνιστά ιδανικό για τους επικούρειους. Ο ίδιος ο δάσκαλός τους ήταν φωτεινό παράδειγμα με τον τρόπο ζωής του: ζούσε απλά και πειθαρχημένα, αποτραβηγμένος από τη δημόσια ζωή, κερδίζοντας τον σεβασμό και την αγάπη των μαθητών του.

Το 270 π. Χ. το άστρο του Επίκουρου έδυσε. Άφησε πίσω του ένα πλούσιο συγγραφικό έργο, από το οποίο σώζονται μερικά αποσπάσματα, και πλήθος αφοσιωμένων μαθητών. Η πνευματική του κληρονομιά όμως δεν έμελλε να αφανιστεί για πάντα…

Αρέσει σε %d bloggers: